Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η Τέχνη στα χρόνια της Αντίστασης

Στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα 1941 - 1944 δεν πήραν μέρος μόνον οι ένοπλοι και οι άλλοι αγωνιστές που πλαισίωναν τις αντιστασιακές οργανώσεις, αλλά και ο πνευματικός κόσμος της χώρας.
Λογοτέχνες, θεατρικοί συγγραφείς, συνθέτες, ηθοποιοί, ζωγράφοι, χαράκτες, δημοσιογράφοι.
    
 Εμπνεόμενοι από τον αγώνα για την ελευθερία και από τα ιδανικά της Αντίστασης,οι πνευματικοί άνθρωποι δημιούργησαν μια νέα λογοτεχνία, ένα νέο θεατρικό λόγο, μια νέα μουσική, επαναστατικά τραγούδια, νέες μορφές εικαστικών τεχνών.
Δημιούργησαν την αντιστασιακή Τέχνη που ξεσήκωνε το λαό κατά των κατακτητών και συγχρόνως απαθανάτιζε τους αγώνες και τις θυσίες του.
Η ελληνική αντιστασιακή Τέχνη πήρε τέτοια έκταση και δύναμη, που δε συναντάται σε καμία άλλη κατεχόμενη χώρα.
Η πολιτιστική έκρηξη, που άρχισε από τις πρώτες μέρες της Κατοχής και κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1944, υπήρξε ένα θαύμα που προοιωνιζόταν ένα λαμπρό μέλλον για το νεοελληνικό πολιτισμό. Δυστυχώς, όμως, η ιμπεριαλιστική επέμβαση, που με ραδιουργίες και με τα όπλα νίκησε τις αντιστασιακές δυνάμεις, διέκοψε την πνευματική ανάταση του λαού μας.
               ΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
Το σύνολο, σχεδόν, των μελών της «Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών», με πρόεδρο τον Σικελιανό (διετέλεσε Γραμματέας του ΕΑΜ Λογοτεχνών), εντάσσεται και οργανωτικά στο ΕΑΜ, εκτός από τους υπερήλικες Παλαμά, Δροσίνη, Ξενόπουλο, Καμπούρογλου, Μαλακάση, Τραυλαντώνη (και αυτοί στήριζαν το ΕΑΜ). Στο ΕΑΜ εντάσσονται και πολλά μέλη του «Συλλόγου Νέων Λογοτεχνών». Στην πρώτη ΕΑΜική αντιστασιακή ομάδα που δημιουργήθηκε εντάχθηκαν οι: Σικελιανός, Κ.Θ. Δημαράς, Γ. Θεοτοκάς, Λ. Ακρίτας, Ηλ. Βενέζης, Μ. Αυγέρης.
Η ομάδα αυτή κυκλοφόρησε και την εφημερίδα «Ελευθερία», η οποία απαγορεύτηκε από τους Ιταλούς, όταν μετά το τέταρτο φύλλο της συνελήφθη ο τυπογράφος της.
ΕΑΜικές ομάδες λογοτεχνών δημιουργήθηκαν και σε συνοικίες της Αθήνας: Λ.χ. στους Αμπελόκηπους, στην Καλλιθέα, στο Φάληρο και αλλού.
Δική τους ομάδα είχαν οι Κρητικοί λογοτέχνες.
Το σύνολο των μελών της “Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών” εντάχτηκε στο ΕΑΜ. Στην οργανωμένη αντίσταση συμμετείχαν επίσης τα μέλη του “Συλλόγου Νέων Λογοτεχνών”.
Ελάχιστοι συγγραφείς, που ήταν γνωστοί Μεταξικοί ή Γερμανόφιλοι δε συμμετείχαν, καθώς και ορισμένοι που δήλωσαν ότι για λόγους αρχής δεν εντάσσονταν σε ομαδικές οργανώσεις, αλλά υποστήριζαν την «Αντίσταση».

Εκτός όμως από αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν σ’ εφημερίδες και περιοδικά, τα οποία κυκλοφορούσαν “νόμιμα” - ξεπερνώντας με διάφορους τρόπους τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν από την τριπλή λογοκρισία (ιταλική, γερμανική κι εκείνη της κατοχικής κυβέρνησης) - και εκφράζανε την αντίθεση των πνευματικών ανθρώπων σε κάθε ιδέα υποταγής ή συνεργασίας με τους κατακτητές, και με αναφορές στην αρχαία και τη νεότερη ελληνική ιστορία υποδείκνυαν το σωστό δρόμο, δηλαδή το δρόμο της αντίστασης.

Υπήρξαν πολλά καθαρά αντιστασιακά κείμενα, που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής και κυκλοφόρησαν από χέρι σε χέρι ή δημοσιεύτηκαν σε “παράνομες εφημερίδες και περιοδικά”, οι πνευματικοί άνθρωποι τροφοδοτούσαν τα παράνομα έντυπα με ποιήματα και άρθρα.
Εγραφαν εμβατήρια για τους αντάρτες, που μελοποιήθηκαν από αντιστασιακούς συνθέτες, αλλά και ποιήματα, τα οποία απαγγέλλονταν σε συγκεντρώσεις που γίνονταν σε σπίτια, και σκετς για Καραγκιόζη ή Κουκλοθέατρο που παίζονταν στα νοσοκομεία και στα συσσίτια.
Οργάνωναν “πάρτυ” στα σπίτια τους με εισιτήριο και οι εισπράξεις στέλνονταν στις αντιστασιακές οργανώσεις. Εκεί, συζητούσαν για την Αντίσταση, για τα βιβλία, το Θέατρο, για τα πνευματικά ζητήματα και απάγγελλαν ποιήματα.
Οι πνευματικοί άνθρωποι, εκτός από πνευματικές, είχαν και βιοτικές ανάγκες, που με τις συνθήκες της Κατοχής ήταν αδύνατο να ικανοποιήσουν και πείνασαν και υπέφεραν.
Γι’ αυτό μία από τις πρώτες διεκδικήσεις τους ήταν η λειτουργία συσσιτίου το οποίο και πέτυχαν. Ωστόσο, υποστήριζαν και τις προσπάθειες άλλων οργανώσεων και των λαϊκών τάξεων για συσσίτια, ρουχισμό και τρόφιμα, συνυπογράφοντας τα σχετικά υπομνήματα.
Εκαναν διαβήματα στις κατοχικές κυβερνήσεις, στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, στον Ερυθρό Σταυρό, στη Γερμανική Πρεσβεία, κατά της τρομοκρατίας και των εκτελέσεων, κατά της επιστράτευσης και της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής. Συμμετείχαν στις απεργίες των κλάδων τους, υποστηρίζοντας τα λαϊκά αιτήματα.
Συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις για την απελευθέρωση κρατουμένων αγωνιστών.

Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά (27-2-1943) έδωσαν “βροντερό παρών” με τα πασίγνωστα ποιήματα του Αγγελου Σικελιανού και του Σωτήρη Σκίπη, που συγκλόνισαν ολόκληρο τον ελληνικό λαό και όχι μόνο.

Μεγάλα τρανταχτά ονόματα: Α. Σικελιανός, Κ. Βάρναλης, Γ. Ρίτσος, Νικ. Βρετάκος, Τ. Λειβαδίτης, Ν. Καρβούνης, Σ. Μαυροειδή - Παπαδάκη, Ρίτα Μπούμη - Παππά, Φ. Αγγουλές, Γ. Σιδέρης, Ηλ. Σιμόπουλος, Ν. Παππάς. Επίσης, μεγάλα ονόματα της διανόησης και της πεζογραφίας φιγουράρουν και αστράφτουν στο καλεντάρι του Αγώνα: Δ. Γληνός, Ρ. Ιμβριώτη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ελλη Αλεξίου καθώς και οι Μ. Λουντέμης, Μ. Αυγέρης, Γ. Καλαντζάκη, Μ. Αξιώτη, Σ. Πατατζής, Ζήσης Σκάρος, Φ. Γελαδόπουλος, Β. Πηγής, Γ. Ζωίδης, Π. Καραπατάκης, Θ. Κορνάρος, Ζ. Αδάμος, Δ. Χατζής κ.α.

                             ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Τραγούδια - σαλπιγκτές της ασίγαστης πάλης για ζωή, λευτεριά, λαϊκή δικαιοσύνη. Πλασμένα με τη μυρουδιά της μπαρούτης, τον ελεύθερο αέρα των βουνών, την ανυπότακτη φλόγα που έκαιγε στα σωθικά των δημιουργών τους και όσων τα τραγουδούσαν. Αντάρτικα τραγούδια, που ανάβλυσαν από το πυρακτωμένο καμίνι της Αντίστασης, σκορπίζοντας ολόγυρα τις «σπίθες» της ελπίδας και της θέλησης για μιαν άλλη κοινωνία, δίχως σκοτάδι κι εκμετάλλευση.

Τραγούδια, που έγιναν πολεμίστρες στ’ άπαρτα κάστρα του αγώνα και τα οποία, μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, απαγορεύτηκαν, καθώς οι κρατούντες επιδίωκαν να τα ξεριζώσουν από τη μνήμη του ελληνικού λαού - γιατί ακριβώς εξέφραζαν διαχρονικά το αντιστασιακό πνεύμα...
Μέσα από αυτά, η γενιά της Εθνικής Αντίστασης, του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, του ΕΛΑΝ, της Εθνικής Αλληλεγγύης όρθωνε το ανάστημά της, ...πολεμούσε και τραγουδούσε.
Πολλών τραγουδιών συνθέτες και στιχουργοί υπήρξαν οι άγνωστοι ηρωικοί αγωνιστές.
Ταυτοχρόνως, πολλοί γνωστοί στιχουργοί και συνθέτες ζευγάρωσαν τις τέχνες τους, με αποτέλεσμα να ξεχυθούν σαν χείμαρρος τα αντάρτικα αντιστασιακά τραγούδια, που συντρόφευαν τους χαλκέντερους αγωνιστές στη ζωή, στις μάχες, στις μακρινές και δύσκολες πορείες τους, στο χορό και ...στο θάνατο».

Ανάμεσά τους, οι Αττίκ, Κώστας Βάρναλης, Βασίλης Ν. Δόικος, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννος Ιωάννου, Κώστας Γ. Καλαντζής («Θεσσαλός»), Νίκος Καρβούνης, Γιώργος Κοτζιούλας, Αργύρης Κουνάδης, Ανδρόνικος Κουρούκλης, Μενέλαος Λουντέμης, Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, Ευάγγελος Μαχαίρας, Γιάννης Μιχαλόπουλος («Ωρίων»), Ιάνης Ξενάκης, Αλέκος Ξένος, Κωστής Παλαμάς, Λευτέρης - Τριαντάφυλλος Παπάζογλου, Νίκος Παπαπερικλής, Στάθης Πρωταίος, Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής, Βασίλης Ρώτας, Χάρης Σακελλαρίου, Ακης Σμυρναίος («Αστραπόγιαννος»), Απόστολος Σπήλιος, Γεράσιμος Σταυρολέμης («Γρηγόρης»), Νίκος Τσάκωνας, Γιώργος Κ. Τσαπόγας, Δημήτριος Φίτσιος, Ναυσικά Φλέγγα - Παπαδάκη, Λάκης Χατζής κ.α

                                             ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ
Το καλοκαίρι του 1944 ο Βασίλης Ρώτας με υπόδειξη της ΠΕΕΑ ιδρύει το «Θεατρικό όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας», ανταποκρινόμενος στο επίμονο αίτημα των αγωνιστών για θέατρο.
Το θίασο αποτελούν επαγγελματίες ηθοποιοί, αλλά και ερασιτέχνες από τους αντάρτες. Μεταξύ αυτών ο συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, ο ηθοποιός Γιώργος Δήμας, οι Βάσης και Αννα Ξένου, Νικηφόρος Ρώτας, Αλ. Ξένος. Την ίδια περίοδο, δρα στα βουνά της Ηπείρου ένας ακόμη σημαντικός θίασος που συγκρότησε το συμβούλιο της ΕΠΟΝ Νομού Αρτας, με επικεφαλής τον ποιητή και φιλόλογο Γ. Κοτζιούλα, και με την υποστήριξη της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ.
Ο θίασος έγινε γνωστός ως «Λαϊκή Σκηνή». Για την αξία των έργων του Γιώργου Κοτζιούλα, η Ελλη Αλεξίου γράφει στο περιοδικό Θέατρο τεύχος 53-54/1976: «Η πατριωτική έξαρση του Γιώργου Κοτζιούλα και η ανεβασμένη πίστη για λευτεριά στο αντάρτικο, υποχρέωνε τον Κοτζιούλα να γίνει διδαχός του αγρότη. Το καθήκον αυτό δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί πάνω στα χνάρια του Τσέχωφ ή στις ανέσεις του Γκαίτε. Εδώ ο Κοτζιούλας θα δίδασκε το αλφαβητάρι τέχνης στον άμαθο Ελληνα αγρότη.
Οι δυσκολίες δεν αγκάλιαζαν μόνο τη γραφή του ίδιου του έργου, μα και τα συνακόλουθα μιας παράστασης μέσα στις αετοφωλιές των έρημων βουνών, δίπλα στην ένδεια των πάντων, από τα στοιχειώδη σκηνικά, μέχρι το ψωμί που θα μπορούσε να στυλώσει τους ξενηστικωμένους μαχητές - ηθοποιούς».

Απελευθέρωση: Οι ηθοποιοί στην πρώτη γραμμή. Διακρίνονται η Καίτη Ντιριντάουα, η Αννα Λώρη και ο Σπ. Πατρίκιος, πρόεδρος τότε του ΣΕΗ.Εκτός όμως από τους επώνυμους θιάσους αξιόλογη δραστηριότητα αναπτύσσουν και οι ερασιτεχνικοί θίασοι που λειτουργούν στα μορφωτικά τμήματα της ΕΠΟΝ σε όλη την Ελλάδα. Μια ακόμη σελίδα στην ιστορία του θεάτρου στην περίοδο της Αντίστασης είναι και οι παραστάσεις κουκλοθεάτρου, με επικεφαλής τον Γ. Ακίλογλου.

                                                ΟΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ
Με τα δικά τους, ιδιαίτερα «όπλα», οι εικαστικοί δημιουργοί της χώρας μας έδωσαν χρώμα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. «Σμίλεψαν» τον αγώνα για λευτεριά, «χάραξαν» τα όνειρα για μια Ελλάδα σοσιαλιστική.

Μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, που υπήρξε η ψυχή της ΕΑΜικής Αντίστασης, εμπνεύστηκαν από τον αγώνα ενάντια στο φασισμό και έγραψαν τη δική τους σελίδα στις ένδοξες μέρες της Εθνικής Αντίστασης.

Η άνοδος του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προβολή και ανάπτυξη του πολιτικού ρόλου της χαρακτικής.
Την περίοδο αυτή για πρώτη φορά η χαρακτική απέκτησε τόσο έντονα κοινωνική σημασία.

Η προοδευτική, αγωνιστική χαρακτική, η οποία ξεκίνησε με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» και σε άλλα προοδευτικά έντυπα, έγινε η κύρια κατεύθυνση.Οι Γιώργος Φαρσακίδης, Δημήτρης Γιολδάσης, Κατερίνα Χαριάτη - Σισμάνη, Μέμος Μακρής, Γιάννης Κεφαλληνός, Λουκία Μαγγιώρου, Βάσω Κατράκη, Χρήστος Δαγκλής, Βάλιας Σεμερτζίδης, Χρήστος Καπράλος, Α. Τάσσος, Κώστας Γραμματόπουλος, Αννα Κινδύνη, Γιάννης Στεφανίδης, Ασαντούρ Μπαχαριάν, Γιώργος Σικελιώτης, Γ. Βελισσαρίδης, Θανάσης Απάρτης, Ορέστης Κανέλλης και πολλοί άλλοι ακόμα συνέθεσαν έναν ενιαίο τύπο προπαγανδιστικής τέχνης, σαφή, πειστικό και άμεσο ως προς το περιεχόμενό του.