Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

«Παππού, πες της δασκάλας πως δεν είμαι μετανάστης...»

 Ο εγγονός του είναι Έλληνας. Στο σχολείο όμως τον αντιμετωπίζουν ως ξένο.
Ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς αποφάσισε, έτσι, να θυμίσει την Ιστορία μέσα από ένα... παραμύθι
Πριν από μία δεκαετία όταν ο ισχυρός άνδρας της χειμαζόμενης ελληνικής οικονομίας Γιάννης Στουρνάρας ήταν διοικητής και διευθύνων σύμβουλος της Εμπορικής Τράπεζας, ο μαρξιστής ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς είχε τακτική επαφή μαζί του (και τον εκτίμησε πολύ) για μία σειρά εκδόσεων βασισμένων στα αρχεία της Εμπορικής, όπου αναδεικνυόταν η σχέση της οικονομικής περιπέτειας της σύγχρονης Ελλάδας με την κοινωνική περιπέτεια.

Αυτή τη σχέση υπαινίσσεται και το πιο πρόσφατο βιβλίο του, ο «Θείος από την Αμερική» (Εκδ. Τυπωθήτω), που είναι ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά, αλλά δεν είναι καθόλου αθώο.

Τώρα μάλιστα που με πρωθυπουργική εντολή μελετώνται αλλαγές στον νόμο για την απονομή ελληνικής ιθαγένειας, αυτό το εικονογραφημένο βιβλιαράκι γίνεται πολύ επίκαιρο και πολύ κρίσιμο.

Διότι εδώ ο Κρεμμυδάς χτυπά συναγερμό προς την Πολιτεία και προς την κοινωνία για την ξενοφοβία που φουσκώνει όσο βαθαίνει η οικονομική κρίση. Και φωτίζει τη δαιμονοποίηση των μεταναστών, ακόμη και των γεννημένων στην Ελλάδα, που αρχίζει όχι από τις χρυσαυγίτικες κινητοποιήσεις αλλά ήδη από τα δημοτικά σχολεία.
Οπως τα σχολεία στα οποία φοίτησε ο 12χρονος σήμερα εγγονός του, ο Νάμπα-Αλέξανδρος.
Ο Νάμπα είναι γιος της πρωτότοκης κόρης του ιστορικού, της Μαργαρίτας και του Σαμ από την Μπουρκίνα Φάσο που όταν πήρε το απολυτήριό του ταξίδεψε για να σπουδάσει και να γνωρίσει την Ευρώπη ώσπου τελικά ερωτεύτηκε την Ελλάδα και ρίζωσε αποκτώντας και την ελληνική υπηκοότητα.
Ο σοκολατένιος Νάμπα γεννήθηκε στην Αθήνα, οι γονείς του είναι έλληνες πολίτες, μια μέρα όμως μπήκε στο σπίτι του παππού του ανήσυχος και μπερδεμένος, λέγοντας: «Παππού, η δασκάλα στο σχολείο είπε πως εμείς οι μετανάστες πρέπει να διαβάζουμε περισσότερο!

                      Πες παππού πως δεν είμαι μετανάστης!
Τους βρίζουν όλοι και δεν τους θέλει κανένας!». Ο Βασίλης Κρεμμυδάς του απάντησε πως πριν από έναν αιώνα, όταν υπήρχε και πάλι κρίση, οι μετανάστες ήταν οι Ελληνες, και πήγαν μέχρι την Αμερική για να βρουν δουλειές, και έγιναν Αμερικανοί...
Λέγοντας όμως αυτά, αισθάνθηκε πως έχει χρέος ως ιστορικός να βγει από τα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας και να απευθυνθεί σε όλα τα παιδιά των μεταναστών εξηγώντας τις δυσκολίες της μετανάστευσης, τον αγώνα της ζωής, τη νοσταλγία της παλιάς πατρίδας, την αφομοίωση στη νέα πατρίδα.
Ετσι γεννήθηκε ο «Θείος από την Αμερική» που διδάσκει τη σύγχρονη ιστορία και την κοινωνική ευαισθησία, κλείνοντας το μάτι και στους μεγάλους που ρίχνουν στους μετανάστες την ευθύνη για τα δεινά της χώρας.

Συνέντευξη
Μικέλα Χαρτουλάρη


 Μόνο που εδώ ο Νάμπα λέγεται Ηριδανός και ο παππούς του, Αχιλλέας. Με αυτή την αφορμή «ΤΑ ΝΕΑ» έκαναν μια συζήτηση με τον Βασίλη Κρεμμυδά.
Τι έγινε στο σχολείο του Νάμπα, κύριε Κρεμμυδά;
Τον έβριζαν «αράπη» και «μαύρε», αρκετά παιδιά.
Ήταν στο δημόσιο της γειτονιάς, που το έκτισε ο Πικιώνης. Η μητέρα του διαμαρτυρήθηκε στη δασκάλα, τίποτα όμως δεν άλλαξε.
Τελικά τον πήγε σε άλλο σχολείο, στην Πλάκα, κοντά στο Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τράπεζας όπου εργάζεται.
Κι εκεί όμως ο Νάμπα αντιμετώπισε τη διάκριση, όχι πια τη φυλετική αλλά την πολιτισμική αφού η άλλη δασκάλα, τους είπε μαζί με άλλα δύο παιδιά (Αχμέντ και Νούντι στο βιβλίο) που είναι επίσης γεννημένα στην Ελλάδα, να διαβάζουν πιο πολύ επειδή είναι «μετανάστες», λες και βρίσκονται αυτομάτως πιο «πίσω» επειδή έχουν μια ρίζα ξένη.
Είναι και αυτό ένα από τα πρόσωπα του ρατσισμού και παρατηρείται σε σχολεία, σε χώρους εργασίας κ.α.
Επιπλέον, η στάση αυτή θυμίζει τα πολύ παλιά εθνικιστικά σύνδρομα, που δεν αρμόζουν ούτε σε δημοκρατίες ούτε σε κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ελληνική κοινωνία δεν βλέπει ως ισότιμους συμπολίτες της τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και αυτό με πονάει πολύ...
Αντιμετώπισαν ανάλογο
ρατσισμό τα παιδιά των Ελλήνων που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα;
Οχι. Θεωρούνταν αμερικανοί πολίτες και γι' αυτό μπόρεσαν να προκόψουν. Και το παιδί που γεννιέται από έλληνες γονείς στη Γαλλία, θεωρείται γαλλόπουλο και του δίνονται τα ίδια δικαιώματα που δίνονται στα παιδιά των Γάλλων. Αντίθετα, εγώ φοβάμαι πως το εγγόνι μου σε 15 χρόνια δεν θα βρίσκει δουλειά σε τούτο τον τόπο...
Οι αγωνιστές της ελληνικής Επανάστασης που μιλούσαν αρβανίτικα και όσοι
δεν κατάγονταν από αμιγώς ελληνική γενιά, βίωσαν άραγε
την ξενοφοβία και τις διακρίσεις που βιώνουν οι μετανάστες
στη σημερινή Ελλάδα;
Ίσα ίσα που θεωρήθηκαν Έλληνες. Υπήρχαν λ.χ. Βούλγαροι που βοήθησαν στην Επανάσταση, αλλά δεν αντιμετώπισαν ρατσισμό ούτε αντιμετωπίστηκαν ως «ξένοι» από την ιστοριογραφία.
Ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι ιστορικές ρίζες του ελληνικού ρατσισμού;
Πιστεύω πως η αρχή έγινε με τον εθνικό διχασμό, που ήταν πολιτικός και χώρισε τους Ελληνες σε βασιλικούς και βενιζελικούς.
Επειτα από την ίδρυση του Εργατικού πρώτα και έπειτα του Κομμουνιστικού Κόμματος, κυριάρχησε η διάκριση σε εθνικόφρονες και κομμουνιστές.
Και όταν έφτασε το κύμα των μικρασιατών προσφύγων, επικράτησε η αντιμετώπισή τους ως «διαφορετικών» (τόσο από τους βενιζελικούς όσο και από τους Κόκκινους) και έγιναν αυτοί πια οι «άλλοι», μέχρι που με τη σειρά τους κάποια στιγμή ενσωματώθηκαν και έγιναν ό,τι και η υπόλοιπη κοινωνία.
Εγώ πάντως δεν ξεχνάω τι τράβηξα ως χαρακτηρισμένος κομμουνιστής μέχρι να γίνω «κάτι».
Και ευγνωμονώ τον Ανδρέα που μετά το 1981 δεν γυρνάω πια πίσω μου να δω ποιος χωροφύλακας με παρακολουθεί...
Πιστεύω λοιπόν ότι ο ρατσισμός είναι δομικός στην ελληνική κοινωνία. Δυστυχώς.
Τότε ποιο μέλλον διαγράφεται για τα παιδιά των μεταναστών;
Η γενικευμένη κρίση, το 25% της ανεργίας (στο οποίο δεν μετριούνται οι μετανάστες με χαρτιά παραμονής), η φτώχεια, η ανασφάλεια, η εξάπλωση της Χρυσής Αυγής που έχει αναλάβει ρόλο διώκτη οποιουδήποτε δεν έχει λευκό δέρμα, θα εξαναγκάσουν αυτή τη γενιά να φύγει, κάτι που δεν συμφέρει την ελληνική οικονομία και φτωχαίνει την ελληνική κοινωνία, καταργώντας ουσιαστικά την πολυπολιτισμικότητα.
Εκτός αν τελικά η Πολιτεία αποφασίσει να εντάξει οργανικά αυτή την πραγματικότητα στους προγραμματισμούς της οικονομίας της.
Διότι από εκεί αρχίζουν όλα.

πηγή: «ΤΑ ΝΕΑ»