Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πάμε για λίγο στις χίλιες και μια νύχτες της Ανατολής...


  Μισιρλού, που σημαίνει Αιγύπτια (από την τουρκική λέξη "Mısırlı"; που παράγεται από το αραβικό مصر, Miṣr, "Αίγυπτος" και σημαίνει "Αιγύπτιος/Αιγύπτια") είναι ο τίτλος ενός ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού, που είναι σήμερα πολύ δημοφιλές σε τέσσερα εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής: στο ρεμπέτικο, στη λαϊκή μουσική της Μέσης Ανατολής, στην εβραϊκή μουσική που παίζεται σε γάμους και γιορτές (Κλεζμέρ), και στο surf rock.
Το τραγούδι πρωτοπαίχτηκε από τη ρεμπέτικη ορχήστρα του Μιχάλη Πατρινού στην Αθήνα, το 1927. Όπως συνέβαινε και με σχεδόν όλα τα πρώιμα ρεμπέτικα τραγούδια, ο αυθεντικός συνθέτης του τραγουδιού έμεινε άγνωστος, και η σύνθεση κατοχυρώθηκε στον αρχηγό της κομπανίας. Η μελωδία κατά πάσα πιθανότητα συντέθηκε συλλογικά από τους μουσικούς, όπως συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή, ενώ οι στίχοι ήταν σχεδόν σίγουρα του Πατρινού. Στην αρχική έκδοση του τραγουδιού, το όνομα της κοπέλας του τίτλου προφερόταν από τον Πατρινό "Μουσουρλού", με βαριά Σμυρναΐικη προφορά. 

Το τραγούδι αρχικά γράφτηκε σαν ζεϊμπέκικο, σε πιο αργό ρυθμό και διαφορετικό τόνος απ' τη σημερινή "οριεντάλ" έκδοση χάρη στην οποία έχει γίνει γνωστό. Έτσι ακούγεται στην πρώτη γνωστή ηχογράφηση, που έκανε ο Πατρινός στην Ελλάδα γύρω στο 1930· μια δεύτερη ηχογράφηση έγινε απ' τον ίδιο στη Νέα Υόρκη, το 1931.

Το 1941 ο Νικ Ρουμπάνης, ένας ελληνοαμερικάνος δάσκαλος της μουσικής, κυκλοφόρησε μια ορχηστρική τζαζ εκτέλεση του τραγουδιού, αναφέροντας τον εαυτό του σαν συνθέτη. Μια και ο ισχυρισμός του αυτός ποτέ δεν αμφισβητήθηκε, θεωρείται ακόμα και σήμερα σαν ο συνθέτης του κομματιού. Οι S. Russell, N. Wise και M. Leeds αργότερα έγραψαν αγγλικούς στίχους για το τραγούδι. Ο Ρουμπάνης άλλαξε επίσης τον τόνο και τη μελωδία, δίνοντας στο τραγούδι τον ανατολίτικο ήχο με τον οποίο είναι γνωστό σήμερα.

Το τραγούδι διασκευάστηκε από τον surf κιθαρίστα Ντικ Ντέιλ (Dick Dale) στη δεκαετία του '60, όταν κάποιος απ' το κοινό του τον ρώτησε αν μπορούσε να παίξει ένα ολόκληρο τραγούδι πάνω σε μια μόνο χορδή της κιθάρας. Η εκτέλεση του Ντέιλ ήταν αυτή που έκανε γνωστό το τραγούδι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντέιλ είχε Λιβανέζικες ρίζες και συχνά ανέφερε την επιρροή της Αρμένικης μουσικής στο κιθαριστικό του στυλ, κι έτσι πολλοί πίστεψαν κατά καιρούς ότι το τραγούδι ήταν Αρμένικο ή Λιβανέζικο. Η ανατολίτικη βερσιόν του τραγουδιού υπήρξε επί χρόνια πολύ δημοφιλής στη Μέση Ανατολή, κι έτσι αρκετοί από αυτή την περιοχή πιστεύουν ότι είναι παραδοσιακό τραγούδι της χώρας τους.

Το 1963, οι Beach Boys στο άλμπουμ τους Surfin' USA παρουσίασαν μια εκτέλεση του τραγουδιού παρόμοια με αυτή του Ντέιλ, κάνοντας έτσι τη Μισιρλού ένα κομμάτι της surf παράδοσης αλλά και της Αμερικάνικης ποπ κουλτούρας. Μέχρι σήμερα έχουν εμφανιστεί εκατοντάδες επανεκτελέσεις, από καλλιτέχνες όλων των ειδών.

Το 1994 η Μισιρλού -στη βερσιόν του Ντέιλ- έγινε ξανά επιτυχία, καθώς ακουγόταν στο σάουντρακ της ταινίας Pulp Fiction.

Το 2004, το τραγούδι επιλέχτηκε από την οργανωτική επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας σαν ένα από τα πιο γνωστά ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών, και ακούστηκε στην τελετή λήξης των αγώνων.
Τελευταία, το 2006, η εκτέλεση του Ντέιλ ξανάγινε δημοφιλής, καθώς αποτέλεσε τη βάση για το single των Black Eyed Peas Pump It.

Στην Ελλάδα, τη Μισιρλού έχουν τραγουδήσει αρκετοί καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίος η Σοφία Βέμπο και ο Νίκος Γούναρης. Οι Last Drive έκαναν μια ορχηστρική surf διασκευή στο κομμάτι στο πρώτο τους άλμπουμ Underworld Shakedown το 1986. Αργότερα άλλη μια γκαράζ μπάντα, οι Sound Explosion παρουσίασαν τη δική της εκδοχή, σε πιο αργό τέμπο και πιο κοντά στην αυθεντική εκτέλεση, με τίτλο Misirlou the Greek.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Έτσι χάθηκε ο Καπετάν Πελοπίδας....

Πιτσιωτά:Ένα από τα δέκα ορεινά χωριά του Δήμου Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού του νομού Φθιώτιδος, χτισμένο σε μια ρεματιά, πλούσιο σε νερά,με τις βουνοπλαγιές κατάφυτες από βελανιδιές και έλατα.    Στα εξήντα σπίτια προπολεμικά κατοικούσαν 300 άτομα με 50 μαθητές στο Δημοτικό Σχολείο                                                                                                  Και να μια μέρα χτυπά η καμπάνα πιο ζωηρά. Έχομε πόλεμο, επιστράτευση.                                         Αρκετοί στρατεύσιμοι πολέμησαν στο Αλβανικό μέτωπο και όλοι γύρισαν πίσω στο χωριό. Έχουμε κατοχή. Μα στο χωριό μας μόνο μια φορά πέρασε ένας λόχος Ιταλών και μετά όταν φούντωσε το αντάρτικο είχαμε ελεύθερη Ελλάδα. Ο Άρης Βελουχιώτης μετά την πρώτη του εμφάνιση στις 7 Ιούνη 1942 στη Δομνίστα συνεχίζει τις εμφανίσεις του από χωριό σε χωριό σε όλη την περιτυμφρήστεια περιοχή.
Θυμάμαι τότε ένα απόγευμα που με το χτύπημα της καμπάνας μαζευτήκαμε στο προαύλιο του Σχολείου όπου μας μίλησε ο Άρης. “Είμαστε μ…

Σάββας Κωφίδης: «Στη μάχη με τα τέρατα του κρατικού μηχανισμού, με τα τέρατα του φασισμού βγήκα νικητής, δεν έγινα ο ίδιος τέρας»

Μια διαφορετική συνέντευξη, με έναν από τους σημαντικότερους πρώην διεθνείς ποδοσφαιριστές, ο οποίος έχει ριζωθεί στις ψυχές και στις καρδιές εγχώριων φιλάθλων, κι όχι μόνο…  Ο Σάββας Κωφίδης, μεταξύ άλλων, μιλά για την αγαπημένη του μεταλλική σκηνή, τον πολιτισμό,αλλά και για τα καλά και τα… άρρωστα του ποδοσφαίρου… Επιπρόσθετα, συνθέτει και… κατεβάζει «ενδεκάδες» στο πιο ονειρικό παιχνίδι… Όλοι στις θέσεις σας, αρχίζει το «ματς»! -Σάββα, είσαι διαχρονικά μία από τις πιο… βαριές φανέλες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με την πολυετή και σπουδαία επαγγελματική σου πορεία / καριέρα, ως ποδοσφαιριστής και προπονητής, τι σε κάνει υπερήφανο και τι αντίστροφα σε απογοητεύει από το «βασιλιά» των σπορ, στη χώρα μας και παγκοσμίως; Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι, που προσφέρει έντονα συναισθήματα, τα οποία δύσκολα συναντάς σε άλλα αθλήματα. Η κοινωνικότητα και ο πολιτισμός που πηγάζει μέσα από το ποδόσφαιρο είναι πράγματα για τα οποία μπορεί να νοιώθω περήφανος, αλλά για τον μικροαστισμό κ…

Κωστουλάκης Κωνσταντίνος (Λευκός Αρκάδιος)

ΑΡΚΑΔΙΟΣ ΛΕΥΚΟΣ (1905-1983)
Ο Αρκάδιος Λευκός (πραγματικό όνομα Κωνσταντίνος Κωστουλάκης) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης.
Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος και στη συνέχεια ως δημόσιος υπάλληλος σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, τη Θεσσαλονίκη και τέλος στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του.
Την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1932 με τη δημοσίευση σε συνέχειες στο περιοδικό Νέα Εστία της νουβέλας "Σε πόλεμο με τον εαυτό μου", η οποία έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους κριτικούς.
Ακολούθησε η έκδοση του μυθιστορήματος Κρίσις… στη Θεσσαλονίκη (1934) και τρία ακόμη μυθιστορήματα με μεγάλα χρονικά διαστήματα ανάμεσά τους, ως το 1971 οπότε τιμήθηκε με το δεύτερο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το έργο του "Συλλογή από μαχαίρια", βράβευση η οποία προκάλεσε την οργισμένη αντίδρασή του.

Στο χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών της εποχής οι εμφανίσεις του Λευκού σπανίζουν - κάποιες δημοσ…