Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

«Ευφυείς απορίες, ευφυών δημοσιογράφων»

              «Πόλεμος» Καπερνάρου-Πρετεντέρη για τη λίστα Λαγκάρντ
Με δηκτικό τρόπο απάντησε ο βουλευτής των Ανεξάρτητων Ελλήνων Βασίλης Καπερνάρος στον δημοσιογράφο Γιάννη Πρετεντέρη με αφορμή την απορία που εξέφρασε σε άρθρο του στην εφημερίδα «Τα Νέα».
Η απάντηση του κ. Καπερνάρου φέρει τον τίτλο «Ευφυείς απορίες, ευφυών δημοσιογράφων» και έχει ως εξής:
Γράφει ο Ι.Κ. Πρετεντέρης, μεταξύ άλλων, στην στήλη του στην εφημερίδα «Τα Nέα»:
«πως μπορείς να κατηγορείς κάποιον για αλλοίωση εγγράφου όταν έχει χαθεί το έγγραφο που υποτίθεται ότι αλλοίωσε; Πως θα διαπιστωθεί η αλλοίωση;

Απάντηση: Πως μπορείς να απορείς, όταν την λίστα που «χάθηκε» την είχε μόνον αυτός;

To άρθρο του Γιάννη Πρετεντέρη στα Νέα είχε ως εξής:
«Η χθεσινή συζήτηση στη Βουλή για την περίφημη λίστα Λαγκάρντ δεν έβαλε τελικά φωτιά στο πολιτικό σκηνικό, όπως φοβούνταν ή προεξοφλούσαν πολλοί. Και δεν έβαλε φωτιά για τρεις λόγους.
Πρώτον, επειδή δεν εμφανίστηκαν νέα ή πρόσθετα στοιχεία που να στοιχειοθετούν ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του Ευ. Βενιζέλου ή των Γ. Παπανδρέου και Λ. Παπαδήμου.
Ακούσαμε πολλές εκθέσεις ιδεών, αρκετές κορόνες και ακόμη περισσότερες καταγγελίες, αλλά τίποτα το συγκεκριμένο.
Δεύτερον,επειδή ακόμη και η ποινική εμπλοκή του Γ. Παπακωνσταντίνου κλονίστηκε με την απώλεια του στικ που έχει παραδώσει στον Διώτη.
Πώς μπορείς να κατηγορείς κάποιον για αλλοίωση εγγράφου όταν έχει χαθεί το έγγραφο που υποτίθεται ότι αλλοίωσε; Πώς θα διαπιστωθεί η αλλοίωση;
Τρίτον , επειδή οι πολιτικές ευθύνες των βασικών εμπλεκομένων είναι τόσο προφανείς ώστε δεν χρειαζόταν καν να συνεδριάσει η Βουλή για να τις διαπιστώσει.
Με άλλα λόγια, το πολιτικό σκέλος ήταν δεδομένο.
Και το ποινικό ασθενές.
Ως εκ τού του η εξέλιξη έμοιαζε προφανής και σχεδόν αναμενόμενη.

Στο επίκεντρό της φυσικά βρέθηκε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – αλλά αυτό δεν αποτελούσε έκπληξη!..

Η αντιπολίτευση προσπαθούσε κυρίως να δικαιολογήσει την πρόταση διερεύνησης ποινικών ευθυνών του Βενιζέλου, μιλώντας ελάχιστα επί του ποινικού σκέλους αλλά επιστρατεύοντας ισχυρές δόσεις γενικής ρητορικής.
Η συμπολίτευση επιχείρησε να αντικρούσει την πρόταση, είτε απαντώντας επί της ουσίας μάλλον ασαφών κατηγοριών είτε (κυρίως) αποδίδοντας πολιτική σκοπιμότητα στους κατηγόρους.
Όλα αυτά όμως τα ξέραμε και πριν.
Δεν περιμέναμε τη συνεδρίαση για να διαπιστωθούν.

Παρακολουθήσαμε έτσι μια κλασικού τύπου κοινοβουλευτική συζήτηση, η οποία μόνο από την ψηφοφορία που ακολούθησε έδειξε ότι αφορούσε μια ποινική διαδικασία.
Και τελικά η συζήτηση πήρε φωτιά χάρη στην αναμέτρηση Βενιζέλου και Τσίπρα, η οποία εμφάνισε έντονα προσωπικά χαρακτηριστικά.

Το ιδιαίτερο στοιχείο αυτής της σχεδόν δίωρης αντιδικίας ήταν ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απέδωσε προσωπική συμμετοχή του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ (και συνεργατών του…) στην κατασκευή τής εναντίον του
σκευωρίας.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡ ΙΖΑ από την πλευρά του έδειξε να μη θέλει να εμπλακεί σε αυτού του είδους τη συζήτηση.
Απάντησε με γενικού τύπου πολιτική επιχειρηματολογία, χωρίς όμως να ανασκευάσει τη συγκεκριμένη κατηγορία.
Και αυτό αφήνει ερωτηματικά.
Διότι η άποψη της σκευωρίας δεν ήταν παρεμπίπτον ζήτημα στη συζήτηση αλλά η βασική υπερασπιστική γραμμή του Βενιζέλου.
Αν δεν απαντηθεί συγκεκριμένα και επί της ουσίας, τότε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έχει κάθε λόγο να θεωρεί ότι δικαιώθηκε.
Ούτως ή άλλως, πάντως, η υπόθεση έχει ακόμη δρόμο μπροστά
της.
Και ο μακρύς δρόμος σπανίως ευνοεί τα πρόωρα συμπεράσματα».